Μετάφραση του "Word" σε Ελληνικά
Οι Λέξη, Βίβλος, Αγία Γραφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Word" σε Ελληνικά.
Scripture; The Bible [..]
-
Λέξη
I need more examples to know how this word is used.
Χρειάζομαι περισσότερα παραδείγματα, για να ξέρω πώς χρησιμοποιείται αυτή η λέξη.
-
Βίβλος
noun feminineAs the Holy Word says, " Born of evil. "
Όπως λέει η Βίβλος, " Γεννημένος για το κακό. "
-
Αγία Γραφή
noun feminineFor details, see the book The Bible—God’s Word or Man’s? published by Jehovah’s Witnesses.
Για λεπτομέρειες, βλέπε το βιβλίο Η Αγία Γραφή—Λόγος Θεού ή Ανθρώπων;, που είναι έκδοση των Μαρτύρων του Ιεχωβά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Word " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The fact or action of speaking, as opposed to writing or to action. [from 9th c.] [..]
-
λέξη
noun femininecomputing: fixed-size group of bits handled as a unit [..]
I need more examples to know how this word is used.
Χρειάζομαι περισσότερα παραδείγματα, για να ξέρω πώς χρησιμοποιείται αυτή η λέξη.
-
λόγος
noun masculinethe word of God [..]
Tom never keeps his word.
Ο Τομ δεν κρατάει ποτέ τον λόγο του.
-
κουβέντα
noun feminineA distinct unit of language (sounds in speech or written letters) with a particular meaning, composed of one or more morphemes, and also of one or more phonemes that determine its sound pattern.
If that's what you think this is about, then you haven't heard a word I've said!
Αν νομίζεις ότι περί αυτού πρόκειται, τότε δεν άκουσες κουβέντα από αυτά που είπα!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συντάσσω
- διατυπώνω
- Λόγος
- είδηση
- ομιλία
- μήνυμα
- συζήτηση
- νέα
- ειδήσεις
- πληροφορία
- αρθρώνω
- αγγελία
- μαντάτα
- λόγος τιμής
- ούτε λόγος
Εικόνες με "Word"
Φράσεις παρόμοιες με "Word" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βλαστήμια · βρισιά · βωμολοχία
-
βασική έννοια · βασικός όρος · λέξη κλειδί · λέξη-κλειδί
-
σημασία λέξεως
-
προπαγανδίζω
-
πρόγραμμα προβολής Word Mobile
-
δεν μασάσω τα λόγια μου · δεν τα μασάω · μιλάω απερίφραστα · τα λέω έξω από τα δόντια · τα λέω χύμα και τσουβαλάτα
-
δυαδική λέξη