Μετάφραση του "Zen" σε Ελληνικά
Οι Ζεν, ζεν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Zen" σε Ελληνικά.
Zen
adjective
noun
γραμματική
(religion) A denomination of Buddhism elaborated in Japan. [..]
-
Ζεν
properThe martial art commonly known as Zen archery.
Η πολεμική τέχνη που είναι κοινώς γνωστή ως τοξοβολία Ζεν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Zen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
zen
adjective
noun
γραμματική
(religion) A denomination of Buddhism [..]
-
ζεν
I even know a guy who likes to box to find his zen.
Ξέρω ένα τύπο που κάνει μποξ για να βρει το ζεν του.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη