Μετάφραση του "Zoom" σε Ελληνικά

Οι Ζουμ, ζουμ, μεγεθύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Zoom" σε Ελληνικά.

Zoom

A tool that lets you change the current view magnification of your document.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ζουμ

    It's going to be a lot harder to take down Zoom.

    Θα είναι πολύ πιο δύσκολο να σταματήσεις τον Ζουμ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Zoom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

zoom verb noun γραμματική

a humming noise from something moving very fast [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζουμ

    noun neuter

    To enlarge a selected portion of a graphical image or document to fill a window or the screen.

    But I could use a new camera, with a smoother zoom.

    Αλλά θα ήθελα νέα κάμερα με καλύτερο ζουμ.

  • μεγεθύνω

    verb

    When you click on this image, it should automatically zoom in.

    Όταν κάνεις κλικ στην εικόνα, έπρεπε αυτόματα να στο μεγεθύνει.

  • μεγέθυνση

    noun

    I zoomed in on that detail and it's not a crack.

    Έκανα μια μεγέθυνση της λεπτομέρειας αυτής, και δεν είναι ρωγμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανυψώνομαι κατακόρυφα
    • απότομη ύψωση
    • ζουμάρω
    • κατακόρυφη ύψωση
    • υψώνομαι απότομα
    • βόμβος
    • άνοδος

Εικόνες με "Zoom"

Φράσεις παρόμοιες με "Zoom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Zoom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη