Μετάφραση του "aback" σε Ελληνικά
Οι προς τα πίσω, ξαφνιασμένος, ξαφνικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aback" σε Ελληνικά.
aback
noun
adverb
γραμματική
(rare) Towards the back or rear; backwards; away. [..]
-
προς τα πίσω
adverbsaid of sails pressed backward [..]
-
ξαφνιασμένος
Surprised and usually rather upset.
I do not know why I should feel the slightest taken aback.
Δεν ξέρω γιατί πρέπει αισθάνομαι έστω και λίγο ξαφνιασμένος.
-
ξαφνικά
adverb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aback " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aback" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποσβολώνω · ξαφνιάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη