Μετάφραση του "abandonment" σε Ελληνικά

Οι εγκατάλειψη, απάρνηση, παραίτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abandonment" σε Ελληνικά.

abandonment noun γραμματική

The act of abandoning, or the state of being abandoned; total desertion; relinquishment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκατάλειψη

    noun feminine

    They may also be favoured by erosion often caused by deforestation or by abandonment of land.

    Ενίοτε οι πλημμύρες ευνοούνται από τη διάβρωση που προκαλεί η αποδάσωση ή η εγκατάλειψη των γαιών.

  • απάρνηση

    noun feminine

    act of abandoning

  • παραίτηση

    noun feminine

    For this reason the cooperation does not entail the abandonment of innovative competitiveness by the parties.

    Για το λόγο αυτό, η συνεργασία ουδόλως συνεπάγεται παραίτηση των συμβαλλομένων από ανταγωνισμό σχετικά με καινοτομίες .

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαταλειμμένος
    • παραμέληση
    • παράτημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abandonment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abandonment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγκαταλειμμένο χωριό
  • ασύδοτα · ασύστολα · αφειδώς · με ασυγκράτητο ενθουσιασμό · με ξέφρενο, έξαλλο ενθουσιασμό · με όρεξη και ζήλο · σαν μανιακός · σαν τρελός · χωρίς έλεος
  • εγκαταλελειμμένο τέκνο
  • εγκαταλελειμμένο καλώδιο
  • εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα όσοι μπαίνετε εδώ
  • εγκαταλειμμένος βιομηχανικός χώρος
  • ανεμελιά · απαρνούμαι · απελευθέρωση · αποκηρύσσω · αποχωρώ · αποχώρηση · αυθορμητισμός · αφήνω · εγκατάλειψη · εγκαταλείπω · ξέφρενα · παραδίδομαι · παραδίνομαι · παρατάω · παρατώ
  • εγκαταλειμμένη γη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abandonment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη