Μετάφραση του "aberration" σε Ελληνικά

Οι παρέκκλιση, εκτροπή, λοξοδρόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aberration" σε Ελληνικά.

aberration noun γραμματική

The act of wandering from the barn; deviation, especially from truth or moral rectitude, from the natural state, or from a type. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρέκκλιση

    noun feminine

    medicine: deviation from normal range [..]

    She's an aberration- - a virus, programmed to a quest that will ultimately fail.

    Είναι μια παρέκκλιση- - ένας ιός, που προγραμματίζεται σε μια αναζήτηση αυτός θα αποτύχει τελικά.

  • εκτροπή

    noun feminine

    act of wandering or deviation; abnormality

    An aberration in a life that has a chance of having value.

    Μια εκτροπή σε μια ζωή που μπορεί να έχει αξία.

  • λοξοδρόμηση

    feminine

    act of wandering or deviation; abnormality

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραλογισμός
    • εκκεντρικότητα
    • απόκλιση
    • παρεκτροπή
    • τρέλα
    • αποπλάνηση του φωτός
    • απόκλιση φωτός
    • εκτροπή φωτός
    • ανωμαλία
    • παρέκβαση
    • εξαίρεση τού κανόνα
    • ηθική παρεκτροπή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aberration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aberration
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρέκκλιση, παρεκτροπή

Φράσεις παρόμοιες με "aberration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σφάλματα φακών
  • Χρωματικό σφάλμα · χρωματική εκτροπή
  • αισθητήρας εκτροπής
  • εκτροπή · παρέκκλιση
  • Σφάλμα σφαιρικής εκτροπής · σφάλμα σφαιρικής εκτροπής
  • ανώμαλος · αποκλίνων · παρεκκλινων, αποκλινων, ανωμαλος, εκτροχιασμενος
  • εκτρέπομαι
  • ανώμαλος · αποκλίνων · παρεκκλινων, αποκλινων, ανωμαλος, εκτροχιασμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aberration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη