Μετάφραση του "abettor" σε Ελληνικά

Το συνεργός είναι η μετάφραση του "abettor" σε Ελληνικά.

abettor noun γραμματική

(law) A variant spelling of abetter to be preferred in legal documents. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεργός

    noun masculine, feminine

    The label ‘enemies of the nation’ and their ‘abettors’ was applied to entire families.

    Οικογένειες στιγματίστηκαν ως “εχθροί του λαού” και ως “συνεργοί” τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abettor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abettor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ηθικός αυτουργός · συνεργός, συναυτουργός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abettor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη