Μετάφραση του "abjuration" σε Ελληνικά

Οι αποκήρυξη, αναίρεση, απάρνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abjuration" σε Ελληνικά.

abjuration noun γραμματική

The act of abjuring or forswearing; a renunciation upon oath; as, abjuration of the realm, a sworn banishment, an oath taken to leave the country and never to return. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκήρυξη

    noun

    She has broken her signed abjuration!

    Έχει σπάσει την υπογραμμένη αποκήρυξη της!

  • αναίρεση

    noun
  • απάρνηση

    noun feminine
  • ανάκληση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abjuration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abjuration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αποκηρύσσω ιδέες/πιστη · Αποκηρύσσω ιδέες/πιστη, συνήθως δια όρκου. · ανακαλώ · απαρνούμαι · αποκηρύσσω · αποκηρύσσω, απαρνούμαι · αποκρούω · αποσύρω
  • Αποκηρύσσω ιδέες/πιστη · Αποκηρύσσω ιδέες/πιστη, συνήθως δια όρκου. · ανακαλώ · απαρνούμαι · αποκηρύσσω · αποκηρύσσω, απαρνούμαι · αποκρούω · αποσύρω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abjuration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη