Μετάφραση του "able" σε Ελληνικά

Οι ικανός, είμαι ικανός να, μπορώ να είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "able" σε Ελληνικά.

able adjective verb noun γραμματική

(law) Legally qualified or competent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανός

    adjective masculine

    skillful [..]

    You won't be able to do much more than chew, but that's all you'll need to do.

    Μόνο να μασήσεις θα είσαι ικανός, αλλά μόνο αυτό χρειάζεται.

  • είμαι ικανός να

    permitted to

    He must be able to enhance his vision.

    Πρέπει να είναι ικανός να βελτιώνει την όρασή του.

  • μπορώ να

    verb

    permitted to

    Tom wasn't able to decide what to do

    Ο Τομ δεν μπορούσε να αποφασίσει τί να κάνει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρτιμελής
    • δυνάμενος
    • έχων σώας τας φρένας
    • άξιος
    • υγιής
    • προικισμένος
    • ταλαντούχος
    • χαρισματικός
    • επιδέξιος
    • αρμόδιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " able " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ABLE
+ Προσθήκη

"ABLE" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ABLE στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "able" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "able" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη