Μετάφραση του "abort" σε Ελληνικά
Οι διακόπτω, αποβάλλω, ναυαγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abort" σε Ελληνικά.
abort
verb
noun
γραμματική
(obsolete) A miscarriage; an untimely birth; an abortion. [..]
-
διακόπτω
verbto stop or fail at something in the preliminary stages
No valid file was found for printing. Operation aborted
Δε βρέθηκε έγκυρο αρχείο για εκτύπωση. Η ενέργεια διεκόπη
-
αποβάλλω
verbI didn't have to have an abortion, Peter!
Όχι, δεν ήταν ανάγκη κυρίως να αποβάλλω.
-
ναυαγώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εγκαταλείπω
- ρίχνω
- ματαιώνω
- αναστέλλω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Abort
-
Ματαιώνω, αναστέλλω, τερματίζω
Φράσεις παρόμοιες με "abort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγόρευση τών αμβλώσεων
-
αναγκαστική άμβλωση · υποχρεωτική άμβλωση
-
παράνομη άμβλωση
-
κάνω έκτρωση
-
ακολουθία αναστολής
-
άγουρος · άκαρπος · αγίνωτος · ανεπιτυχής · αποτυχημένος · θνησιγενής
-
Έκτρωση · άμβλωση · έκτρωμα · έκτρωση · αποβολή · αποτυχία · διακοπή · διακοπή εγκυμοσύνης · εξάμβλωμα · τέρας
-
θεραπευτική άμβλωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη