Μετάφραση του "abscess" σε Ελληνικά

Οι απόστημα, εμπύημα, δοθιήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abscess" σε Ελληνικά.

abscess verb noun γραμματική

(intransitive) To form such a collection of pus. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόστημα

    noun neuter

    cavity filled with pus [..]

    That's what caused the abscess and the blockage.

    Αυτό είναι αυτό που προκάλεσε το απόστημα και την απόφραξη.

  • εμπύημα

    noun
  • δοθιήνας

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καλόγερος
    • σπυρί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abscess " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abscess" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη