Μετάφραση του "absolute" σε Ελληνικά

Οι απόλυτος, πλήρης, απεριόριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absolute" σε Ελληνικά.

absolute adjective noun γραμματική

Loosed from any limitation or condition; uncontrolled; unrestricted; unconditional; as, absolute authority, monarchy, sovereignty, an absolute promise or command. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόλυτος

    adjective masculine

    loosed from any conditions or limitations [..]

    Gratitude is absolutely the way to bring more into your life.

    Η ευγνωμοσύνη είναι ο απόλυτος τρόπος για να φέρετε περισσότερα στη ζωή σας.

  • πλήρης

    adjective masculine

    Burgess has taken absolute control of this investigation.

    Ο Μπέρτζες πήρε τον πλήρη έλεγχο αυτής της έρευνας.

  • απεριόριστος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθαρός
    • παστρικός
    • δεσποτικός
    • απολυταρχικός
    • αναμφισβήτητος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " absolute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Absolute noun γραμματική

(philosophy) the ultimate basis of reality. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Aπόλυτος

ABSolute
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απόλυτος

    Absolute ground for refusal

    Απόλυτος λόγος αρνήσεως καταχωρίσεως

Φράσεις παρόμοιες με "absolute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "absolute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη