Μετάφραση του "absorbed" σε Ελληνικά
Το απορροφημένος είναι η μετάφραση του "absorbed" σε Ελληνικά.
absorbed
adjective
verb
γραμματική
(of light) taken in by a body without reflection [..]
-
απορροφημένος
adjective masculineI was completely absorbed as to what would happen because anything was possible.
Ήμουν εντελώς απορροφημένος από το τι θα μπορούσε να συμβεί, γιατί όλα είναι πιθανά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " absorbed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "absorbed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απορροφούμενος ήχος
-
σε γυάλινο τάπητα
-
· αναλαμβάνω · απασχολώ · απορροφώ · αφομοιώνω · συγχωνεύω
-
αμορτισέρ · απορροφητής δονήσεων, αντικραδασμικό
-
μη απορροφητικός
-
απορροφώμαι
-
βυθισμένος στις σκέψεις του
-
ραδιοαπορροφητικό υλικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη