Μετάφραση του "abstinent" σε Ελληνικά
Οι εγκρατής, λιτοδίαιτος, νηστευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstinent" σε Ελληνικά.
Refraining from indulgence, especially from the indulgence of appetite; abstemious; continent; temperate. - Beaumont and Fletcher [..]
-
εγκρατής
adjective m;f masculine;femininerefraining from indulgence [..]
Are you abstinent against money?
Είσαι εγκρατής με το χρήμα;
-
λιτοδίαιτος
masculinerefraining from indulgence
-
νηστευτής
masculinerefraining from indulgence
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abstinent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
One of a sect who appeared in France and Spain in the 3rd century, and believed in abstinence towards meat and sex.
"Abstinent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abstinent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "abstinent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποχή · εγκράτεια
-
αποχή · εγκράτεια