Μετάφραση του "accentuate" σε Ελληνικά
Το τονίζω είναι η μετάφραση του "accentuate" σε Ελληνικά.
accentuate
verb
γραμματική
(transitive) To pronounce with an accent or vocal stress. [..]
-
τονίζω
verbMoreover, the ellipse in which that construction is enclosed strongly accentuates its particular figurative aspect.
Εξάλλου, το ελλειψοειδές σχήμα αυτής της συνθέσεως τονίζει σε μεγάλο βαθμό την ιδιαίτερη εικονιστική πτυχή του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accentuate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "accentuate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τονίζω
-
τονισμός · τονισμός, όξυνση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη