Μετάφραση του "accessibility" σε Ελληνικά

Οι προσβασιμότητα, προσπελασιμότητα, προσιτότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accessibility" σε Ελληνικά.

accessibility noun γραμματική

The quality of being accessible, or of admitting approach; receptiveness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσβασιμότητα

    noun

    The quality of a system incorporating hardware or software to engage a flexible, customizable user interface, alternative input and output methods, and greater exposure of screen elements to make the computer usable by people with cognitive, hearing, physical, or visual disabilities.

    Much has been done in the Union to improve the quality and accessibility of legislation.

    Στην Ένωση έχει συντελεστεί σημαντικό έργο για να βελτιωθεί η ποιότητα και η προσβασιμότητα της νομοθεσίας.

  • προσπελασιμότητα

    This is particularly important for emergency equipment where accessibility should be guaranteed.

    Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον εξοπλισμό επείγουσας ανάγκης όπου θα πρέπει να είναι εγγυημένη η προσπελασιμότητα.

  • προσιτότητα

    The access and affordability, for all consumers, to the higher performing appliances is an issue.

    Η πρόσβαση και η προσιτότητα, για όλους τους καταναλωτές, στις συσκευές με τις καλύτερες επιδόσεις είναι ένα θέμα.

  • ευχέρεια πρόσβασης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accessibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accessibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accessibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη