Μετάφραση του "accidentally" σε Ελληνικά

Οι τυχαία, συμπτωματικώς, καταλάθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accidentally" σε Ελληνικά.

accidentally adverb γραμματική

In an accidental manner; unexpectedly; by chance; casually; fortuitously. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυχαία

    adverb

    More particularly, a distinction should be made between intentional and accidental pollution.

    Ειδικότερα, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ εσκεμμένης και τυχαίας ρύπανσης.

  • συμπτωματικώς

  • καταλάθος

    adverb

    You accidentely outed me to my entire house.

    Με ξεμπρόστιασες καταλάθος σε ολόκληρη την αδελφότητα μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • από σύμπτωση
    • εκ παραδρομής
    • κατά λάθος
    • κατά τύχη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accidentally " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accidentally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δήθεν κατά λάθος · καταλάθος εξεπίτηδες
  • ακούσιος · αλλοίωση · απρόβλεπτος · περιστασιακός · συμπτωματικός · τυχαίος
  • εκπυρσοκρότησε τυχαία
  • ρύπανση λόγω ατυχήματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accidentally" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη