Μετάφραση του "accouter" σε Ελληνικά

Οι εφοδιάζω, εφοδιάζω στρατιωτικές δυνάμεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accouter" σε Ελληνικά.

accouter verb γραμματική

(transitive) To furnish with dress or equipments, especially those for military service; to equip; to attire; to array. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφοδιάζω

    verb
  • εφοδιάζω στρατιωτικές δυνάμεις

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accouter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accouter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη