Μετάφραση του "accustom" σε Ελληνικά

Οι συνηθίζω, έχω, προσαρμόζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accustom" σε Ελληνικά.

accustom verb noun γραμματική

(transitive) To make familiar by use; to cause to accept; to habituate, familiarize, or inure; -- with to . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνηθίζω

    verb

    I am not accustomed to seeing such intimacy on display.

    Δεν είμαι συνηθισμένη να βλέπω την εκδήλωση τέτοιας οικειότητας.

  • έχω

    verb

    At this age they are strange, but I am accustomed

    Σ ' αυτή την ηλικία είναι παρά- ξενοι, αλλά έχω συνηθίσει

  • προσαρμόζομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accustom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accustom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accustom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη