Μετάφραση του "aching" σε Ελληνικά

Οι πόνος, αλγεινός, λύπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aching" σε Ελληνικά.

aching adjective noun verb γραμματική

Present participle of ache. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    It still aches but thanks to you, at least I still have one.

    Έχω πόνους ακόμα Αλλά χάρη σε σένα, τουλάχιστον έχω ακόμα ένα.

  • αλγεινός

    Adjective
  • λύπη

    noun feminine
  • οδυνηρός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aching"

Φράσεις παρόμοιες με "aching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη