Μετάφραση του "acquiescent" σε Ελληνικά

Το συγκαταβατικός είναι η μετάφραση του "acquiescent" σε Ελληνικά.

acquiescent adjective γραμματική

willing to acquiesce, accept or agree to something without objection, protest or resistance [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκαταβατικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acquiescent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acquiescent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συγκατάθεση · συναίνεση
  • Συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω, στέργω, δέχομαι, αποδέχομαι ... concede (ΔΙΚΟ ΣΟΥ) · δέχομαι · στέργω · συγκατατίθεμαι
  • συναινώ
  • Συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω, στέργω, δέχομαι, αποδέχομαι ... concede (ΔΙΚΟ ΣΟΥ) · δέχομαι · στέργω · συγκατατίθεμαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acquiescent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη