Μετάφραση του "acquiring" σε Ελληνικά
Οι απόκτηση, λήψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acquiring" σε Ελληνικά.
acquiring
verb
noun
Present participle of acquire. [..]
-
απόκτηση
nounAn entity typically incurs various costs in issuing or acquiring its own equity instruments.
Η οντότητα συνήθως επιβαρύνεται με διάφορα κόστη κατά την έκδοση ή απόκτηση των ίδιων της συμμετοχικών τίτλων.
-
λήψη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acquiring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
ACQUIRING
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"ACQUIRING" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ACQUIRING στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "acquiring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγοράζω · αγοράξω · αποκτώ · αποχτώ · βγάζω · διαμορφώνω · εμφανίζω · κερδίζω · μαθαίνω · σχηματίζω
-
αποκτήσετε
-
καινούργιος · νεοαποκτηθείς · νεοαποκτημένος
-
απόκτημα · απόκτηση · γνώση · προσόν
-
αγοραστής · αποκτών
-
επίκτητος
-
επίκτητο γούστο · πικρόχολος · συνηθίζω κτ με τον καιρό
-
AIDS · ΣΕΑΑ · έιτζ · σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη