Μετάφραση του "acquisitive" σε Ελληνικά

Οι άπληστος, πλεονέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acquisitive" σε Ελληνικά.

acquisitive adjective γραμματική

Dispositioned toward acquiring and retaining information. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπληστος

    adjective masculine

    A vulgar, acquisitive man.

    Ένας πρόστυχος και άπληστος άνθρωπος.

  • πλεονέκτης

    adjective masculine, feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acquisitive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acquisitive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acquisitive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη