Ίσως σας ενδιαφέρει να εξετάσετε και αυτές τις λέξεις:
Μετάφραση του "acquitted" σε Ελληνικά
acquitted
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of acquit. [..]
Αυτόματες μεταφράσεις του " acquitted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"acquitted" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το acquitted στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "acquitted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αθωώνω · απαλλάσσω · απελευθερώνω · απενοχοποιώ · εκπληρώνω · εξοφλώ · συμπεριφέρομαι · φέρομαι
-
απαλλάσσομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη