Μετάφραση του "act" σε Ελληνικά
Οι πράξη, ενεργώ, δρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "act" σε Ελληνικά.
(countable) Something done, a deed. [..]
-
πράξη
noun femininedivision of theatrical performance [..]
Suicide is an act of desperation.
Η αυτοκτονία είναι πράξη απόγνωσης.
-
ενεργώ
verbto do something
Occasional services may be provided by a group of carriers acting on behalf of the same contractor.
Τις έκτακτες γραμμές μπορεί να εκμεταλλεύεται ομάδα μεταφορέων που ενεργούν για λογαριασμό του ιδίου εντολέα.
-
δρω
verbto do something
No one will question Samaritan because no one will ever know when it has acted.
Κανείς δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τον Σαμαρείτη γιατί κανείς δεν θα ξέρει ποτέ πότε έδρασε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενέργεια
- διάβημα
- συμπεριφέρομαι
- νόμος
- πράττω
- υποδύομαι
- επενεργώ
- διάταγμα
- αποφάσεις
- παίζω
- νομοσχέδιο
- πράξεις
- δράση
- λειτουργώ
- έγγραφο
- προσποίηση
- προσποιούμαι
- υποκρισία
- θεσμοθέτηση
- καμώνομαι
- θεατρικό νούμερο
- λειτουργώ σαν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " act " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
πράξη
noun feminineSuicide is an act of desperation.
Η αυτοκτονία είναι πράξη απόγνωσης.
A certain standardized college admissions test in the United States, originally called the American College Test. [..]
"ACT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ACT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "act"
Φράσεις παρόμοιες με "act" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πράξεις των αποστόλων
-
ακροβασία · ακροβατικό νούμερο · ακροβατισμός
-
το κάτι άλλο
-
Νομοθεσία για Αμερικανούς με αναπηρίες (ADA)
-
πράξη [+Γεν.]