Μετάφραση του "activating" σε Ελληνικά
Το κινητοποιώντας είναι η μετάφραση του "activating" σε Ελληνικά.
activating
verb
noun
Present participle of activate. [..]
-
κινητοποιώντας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " activating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "activating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενεργή υπερ-σύνδεση
-
ενεργό φορτίο
-
δραστηριότητα εκστρατείας
-
-στάσιο
-
Διάταξη αυτόματης ενεργοποίησης
-
Ενεργά ιατρικά εμφυτεύματα - πολύ χαμηλής ισχύος
-
ενεργό αρχείο
-
Τεχνολογία ενεργού διαχείρισης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη