Μετάφραση του "activity" σε Ελληνικά
Οι δραστηριότητα, δράση, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "activity" σε Ελληνικά.
The state or quality of being active; nimbleness; agility; vigorous action or operation; energy; active force; as, an increasing variety of human activities. [..]
-
δραστηριότητα
noun feminineThe state or quality of being active; nimbleness; agility; vigorous action or operation; energy; active force [..]
In addition, it adopts the administrative budget of the Agency and its annual activity report.
Επιπλέον, εγκρίνει τον διοικητικό προϋπολογισμό του Οργανισμού και την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του.
-
δράση
noun femininesomething done as an action or a movement
The action does not mention activities which might reduce or eliminate ineligible expenditure in the first place.
Η δράση δεν αναφέρει δραστηριότητες οι οποίες ενδέχεται να μειώνουν ή να καταργούν τις μη επιλέξιμες δαπάνες εξαρχής.
-
ενέργεια
noun feminineThe procedures for implementing such activities shall be specified in the sectoral or financing agreements.
Οι διαδικασίες για την υλοποίηση αυτών των ενεργειών διευκρινίζονται στις τομεακές ή χρηματοδοτικές συμφωνίες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εργασία
- απασχόληση
- δραστικότητα
- ενεργητικότητα
- κινητικότητα
- διεργασία
- ενέργειες
- φυσιολογική λειτουργία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " activity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Δραστηριότητα
In addition, it adopts the administrative budget of the Agency and its annual activity report.
Επιπλέον, εγκρίνει τον διοικητικό προϋπολογισμό του Οργανισμού και την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του.
Φράσεις παρόμοιες με "activity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενεργή υπερ-σύνδεση
-
ενεργό φορτίο
-
δραστηριότητα εκστρατείας
-
-στάσιο
-
Διάταξη αυτόματης ενεργοποίησης
-
Ενεργά ιατρικά εμφυτεύματα - πολύ χαμηλής ισχύος
-
ενεργό αρχείο
-
Τεχνολογία ενεργού διαχείρισης