Μετάφραση του "acute" σε Ελληνικά

Οι οξύς, έντονος, οξύνους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acute" σε Ελληνικά.

acute adjective verb noun γραμματική

Urgent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξύς

    επίθετο masculine

    medicine: of a short-lived condition [..]

    It's not an acute abdomen, so it's not a surgical issue.

    Δεν είναι οξύς κοιλιακός πόνος, οπότε δεν είναι χειρουργικό περιστατικό.

  • έντονος

    adjective masculine

    The competition for sales is becoming more acute and transnational.

    Ο ανταγωνισμός για πωλήσεις γίνεται πιο έντονος και διεθνικός.

  • οξύνους

    adjective

    I am grateful to the honourable Member whose interpretation of what I said was less acute and indeed less accurate than it usually is.

    Είμαι ευγνώμων προς τον αξιότιμο βουλευτή του οποίου η ερμηνεία των όσων είπα υπήρξε λιγότερο οξύνους και πράγματι λιγότερο σωστή απ' ότι συνήθως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξαφνική
    • ξαφνικός
    • ξαφνικό
    • οδυνηρός
    • έξυπνος
    • οξεία
    • δριμύς
    • επώδυνος
    • αλγεινός
    • διαπεραστικός
    • ξινός
    • πικρός
    • αιχμηρός
    • ψιλός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Acute
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οξύς, έντονος

Εικόνες με "acute"

Φράσεις παρόμοιες με "acute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη