Μετάφραση του "adaptation" σε Ελληνικά

Οι προσαρμογή, διασκευή, Προσαρμογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adaptation" σε Ελληνικά.

adaptation noun γραμματική

(uncountable) The quality of being adapted; adaption; adjustment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμογή

    noun feminine

    the quality of being adapted

    Those derogations will refer to the separate discharge and will include any additional necessary adaptations.

    Οι εν λόγω παρεκκλίσεις θα αναφέρονται στη χωριστή διαδικασία απαλλαγής και θα περιλαμβάνουν κάθε πρόσθετη αναγκαία προσαρμογή.

  • διασκευή

    noun

    The game is an adaptation of a recognised work from Europe’s historical, artistic or scientific heritage.

    Το παιχνίδι είναι διασκευή αναγνωρισμένου έργου της ευρωπαϊκής ιστορικής, καλλιτεχνικής και επιστημονικής κληρονομιάς

  • Προσαρμογή

    trait with a current functional role in the life history of an organism that is maintained and evolved by means of natural selection

    Process technologies are adapted to better match the supply of heat from renewables.

    Προσαρμογή των τεχνολογιών των διαδικασιών ώστε να συνδυάζονται καλύτερα με την παροχή θερμότητας από ανανεώσιμες πηγές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adaptation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adaptation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adaptation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη