Μετάφραση του "adaptive" σε Ελληνικά

Οι προσαρμοστικός, προσαρμοστικός, προσαρμοζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adaptive" σε Ελληνικά.

adaptive adjective γραμματική

Of, pertaining to, characterized by or showing adaptation; making or made fit or suitable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμοστικός

    adjective masculine

    In other words, play is our adaptive wildcard.

    Με άλλα λόγια, το παιχνίδι είναι ο προσαρμοστικός μπαλαντέρ μας.

  • προσαρμοστικός, προσαρμοζόμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adaptive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adaptive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adaptive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη