Μετάφραση του "addition" σε Ελληνικά

Οι πρόσθεση, προσθήκη, άθροιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "addition" σε Ελληνικά.

addition noun γραμματική

(uncountable) The act of adding anything. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσθεση

    noun feminine

    arithmetic: process of adding [..]

    Lecithin additions of 0,5 % or more may also lead to low results.

    Η πρόσθεση 0,5 % τουλάχιστον λικιθίνης δύναται επίσης να οδηγήσει σε μικρότερες τιμές.

  • προσθήκη

    noun

    association of the original object with its new part

    Amendment 21's addition relating to the legitimacy of the institutions was considered unnecessary.

    H προσθήκη της τροπολογίας 21 σχετικά με τη νομιμοποίηση των θεσμών θεωρήθηκε περιττή.

  • άθροιση

    noun

    These divestments will remove the addition of the market share created by the operation.

    Οι πωλήσεις αυτές θα αποτρέψουν την άθροιση των μεριδίων αγοράς που δημιούργησε η συγχώνευση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άθροισμα
    • προσθετημένη
    • προσθετημένο
    • προσθετημένος
    • Άθροιση
    • εισαγωγή
    • ενσωμάτωση
    • εμπλουτισμός
    • βελτιωτής
    • πρόσθεση, προσθήκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " addition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Addition
+ Προσθήκη

"Addition" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Addition στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "addition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "addition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη