Μετάφραση του "additive" σε Ελληνικά
Οι πρόσθετο, πρόσθετος, προσθετέος, πρόσθετο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "additive" σε Ελληνικά.
(mathematics) Pertaining to addition; that can be, or has been, added. [..]
-
πρόσθετο
noun neuterA substance mixed in small quantities with another product to modify its chemical or physical state, for example to make food look visually more attractive.
No such additional allowances are available for electricity produced from waste gases.
Πάντως, ουδέποτε διατίθενται προς κατανομή τέτοιου είδους πρόσθετα δικαιώματα στην περίπτωση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από απαέρια.
-
πρόσθετος
adjectiveNo such additional allowances are available for electricity produced from waste gases.
Πάντως, ουδέποτε διατίθενται προς κατανομή τέτοιου είδους πρόσθετα δικαιώματα στην περίπτωση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από απαέρια.
-
προσθετέος, πρόσθετο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " additive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "additive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσθετη αξία για τους μετόχους
-
ανεξάρτητα από · εκτός από · επιπλέον (+Γεν.) · επιπροσθέτως · επιπρόσθετα · και · μαζί με · συμπληρωματικά
-
εξάλλου · επιπλέον · επιπροσθέτως · προσθέτως
-
παρεχόμενος αέρας · παροχή αέρα
-
προσθετικός θόρυβος
-
Προσθετικός λευκός θόρυβος Γκάους
-
τελεστής πρόσθεσης
-
συγκατάθεση για πρόσθετη χρήση