Μετάφραση του "addressing" σε Ελληνικά

Οι διευθυνσιοδότηση, αναφερόμενος σε, αναφορικά με είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "addressing" σε Ελληνικά.

addressing noun verb γραμματική

Present participle of address. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διευθυνσιοδότηση

    The process of assigning or referring to an address. In programming, the address is typically a value specifying a memory location.

    the generation of driving signals for pixel addressing, or,

    την παραγωγή οδηγών σημάτων για τη διευθυνσιοδότηση εικονοψηφίδων, ή

  • αναφερόμενος σε

  • αναφορικά με

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " addressing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "addressing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "addressing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη