Μετάφραση του "adept" σε Ελληνικά
Οι επιδέξιος, ειδήμων, έμπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adept" σε Ελληνικά.
adept
adjective
noun
γραμματική
Well skilled; completely versed; thoroughly proficient. [..]
-
επιδέξιος
adjectiveLefferts used to be a little more adept, I thought.
Νόμιζα πως ο Λέφερτς ήταν λιγάκι πιο επιδέξιος.
-
ειδήμων
noun masculineTempleton' s rather adept at keeping her majesty insulated, if you know what I mean
Ο Τέμπλτον είναι αρκετά ειδήμων να κρατά την μεγαλειότητά της στην απομόνωση, αν αντιλαμβάνεσαι τι εννοώ
-
έμπειρος
adjective masculineAziz was not a very admirable man. But he was very adept in researching bloodlines.
Ο Αζίζ δεν ήταν ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος, αλλά ήταν πολύ έμπειρος στο να ανακαλύπτει τις γενιές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ειδικός
- αυθεντία
- πεπειραμένος
- γνώστης
- αστέρι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adept " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adept" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεξιότητα · ευχέρεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη