Μετάφραση του "adjacent" σε Ελληνικά

Οι γειτονικός, συνεχόμενος, παρακείμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjacent" σε Ελληνικά.

adjacent adjective noun adposition γραμματική

Lying next to, close, or contiguous; neighboring; bordering on. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γειτονικός

    Such provision need not be made where the tunnel or adjacent spaces are not part of the escape route..

    Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι απαραίτητη, εάν η σήραγγα ή ο γειτονικός χώρος δεν είναι τμήμα της οδού διαφυγής..

  • συνεχόμενος

    adjective
  • παρακείμενος

    adjective masculine

    The required portable fire extinguisher shall be stowed adjacent to the port.

    Οι απαιτούμενοι φορητοί πυροσβεστήρες θα στοιβάζονται παρακείμενα στη θύρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσκείμενος
    • διπλανός
    • όμορος
    • κοντά πέφτει
    • κοντινός, παρακείμενος
    • που βρίσκεται δίπλα (σε)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adjacent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adjacent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adjacent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη