Μετάφραση του "administer" σε Ελληνικά

Οι διοικώ, διαχειρίζομαι, διαχείριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "administer" σε Ελληνικά.

administer verb γραμματική

(transitive) To cause to take, either by openly offering or through deceit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διοικώ

    verb

    to work in an administrative capacity; to supervise

    But now I'm administering a school.

    Αλλά τώρα διοικώ σχολείο.

  • διαχειρίζομαι

    verb

    All other financial resources under this multiannual financial framework shall be administered by the Commission.

    Η Επιτροπή διαχειρίζεται όλους τους άλλους χρηματοδοτικούς πόρους στο πλαίσιο του παρόντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

  • διαχείριση

    noun

    It is complex to administer, economically inefficient and lacks transparency.

    Η διαχείριση του πλαισίου αυτού είναι πολύπλοκη, οικονομικά ασύμφορη και στερείται διαφάνειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χορηγώ
    • παρέχω
    • απονέμω
    • δίδω
    • διανέμω
    • μοιράζω
    • διεξάγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " administer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "administer"

Φράσεις παρόμοιες με "administer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "administer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη