Μετάφραση του "admit" σε Ελληνικά
Οι παραδέχομαι, ομολογώ, δέχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "admit" σε Ελληνικά.
admit
verb
γραμματική
(transitive) To allow to enter; to grant entrance, whether into a place, or into the mind, or consideration; to receive; to take. [..]
-
παραδέχομαι
verbEven if I admit that, I cannot agree with you.
Ακόμα κι αν το παραδέχομαι, δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί σου.
-
ομολογώ
verbAlthough, I will admit, public speaking is not my favorite part of this job.
Αν και ομολογώ πως ο δημόσιος διάλογος δεν είναι το αγαπημένο μου κομμάτι αυτής της δουλειάς.
-
δέχομαι
verbMr. Borns'trial lawyer has recently admitted he was ineffective counsel.
Ο δικηγόρος του κ. Μπορνς δέχτηκε ότι δεν ήταν αποτελεσματικός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναγνωρίζω
- εισάγω
- επιτρέπω
- επιδέχομαι
- βάζω
- προσλαμβάνω
- χωράω
- επιτρέπω είσοδο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " admit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "admit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δηλωμένος · εισαχθείς
-
υποβάλλω (διαθήκη) για δημοσίευση
-
μπαίνω, εισάγομαι, γίνομαι δεκτός
-
Γραφείο Κίνησης Ασθενών
-
χειροτονώ ιερέα
-
παραδέχομαι · προσθέτω
-
εισακτέος
-
παραδέχομαι · προσθέτω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη