Μετάφραση του "adopted" σε Ελληνικά
Οι υιοθετημένος, θετός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adopted" σε Ελληνικά.
adopted
adjective
verb
Simple past tense and past participle of adopt. [..]
-
υιοθετημένος
adjective masculineThe adopted sambo of some white Rikers security guard.
Ένας υιοθετημένος μιγάς ενός λευκού δεσμοφύλακα στο Ράικερς.
-
θετός
AdjectiveWhatever biological fathers and adopted mothers talk about.
Για ό, τι συζητούν ένας βιολογικός πατέρας και μια θετή μητέρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adopted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adopted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακολουθώ · ασπάζομαι · δανείζομαι · εγκρίνω · ενστερνίζομαι · θεσπίζω · υιοθετώ
-
παραδοχές που υιοθετήθηκαν
-
αποδοχή · θέσπιση · καθιέρωση · υιοθέτηση · υιοθεσία
-
θετός
-
υιοθετών
-
υιοθεσία
-
υιοθετημένο τέκνο
-
θέσπιση νόμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη