Μετάφραση του "adulthood" σε Ελληνικά

Οι ενηλικιότητα, ενηλικίωση, ωριμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adulthood" σε Ελληνικά.

adulthood noun γραμματική

The time of life when one is expected to take responsibility for one's own actions and well-being. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενηλικιότητα

    noun feminine
  • ενηλικίωση

    feminine

    You see, your child’s adulthood may be shaky at first.

    Βλέπετε, η ενηλικίωση του παιδιού σας μπορεί να είναι ασταθής στην αρχή.

  • ωριμότητα

    Noun

    Or a young man we are guiding through adolescence into adulthood?

    Ή για έναν νέο που καθοδηγούμε από την εφηβεία στην ωριμότητα;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενηλικότητα
    • ενήλικη ζωή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adulthood " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adulthood" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη