Μετάφραση του "advantage" σε Ελληνικά

Οι πλεονέκτημα, όφελος, αβαντάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "advantage" σε Ελληνικά.

advantage verb noun γραμματική

Any condition, circumstance, opportunity or means, particularly favorable to success, or to any desired end. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεονέκτημα

    noun neuter

    any condition, circumstance, opportunity, or means, particularly favorable to success

    I don't have the advantage of observing casual behavior.

    Δεν έχω το πλεονέκτημα να παρατηρώ τυχαίες συμπεριφορές.

  • όφελος

    noun neuter

    Because the demon allowed it to work, to its own advantage.

    Γιατί ο δαίμονας επέτρεψε να λειτουργήσει, για δικό του όφελος.

  • αβαντάζ

    noun

    Since the house has the advantage, eventually they all lose.

    Κι αφού το καζίνο έχει το αβαντάζ, τελικά καταλήγουν όλοι να χάνουν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προτέρημα
    • κέρδος
    • υπεροχή
    • ωφέλημα
    • συν
    • πλειονέκτημα
    • αβάντα
    • προσόν, συμφέρον, οφελός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " advantage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Advantage
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλεονέκτημα

    I don't have the advantage of observing casual behavior.

    Δεν έχω το πλεονέκτημα να παρατηρώ τυχαίες συμπεριφορές.

Φράσεις παρόμοιες με "advantage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "advantage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη