Μετάφραση του "adverb" σε Ελληνικά

Οι επίρρημα, Επίρρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adverb" σε Ελληνικά.

adverb verb noun γραμματική

(grammar) A word that modifies a verb, adjective, other adverbs, or various other types of words, phrases, or clauses. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίρρημα

    noun neuter

    lexical category [..]

    However there appears to be no equivalent adverb at all in Dutch, the language of the case.

    Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο επίρρημα στα ολλανδικά, τη γλώσσα διαδικασίας της υποθέσεως.

  • Επίρρημα

    part of speech

    However there appears to be no equivalent adverb at all in Dutch, the language of the case.

    Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο επίρρημα στα ολλανδικά, τη γλώσσα διαδικασίας της υποθέσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adverb " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Adverb
+ Προσθήκη

"Adverb" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Adverb στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adverb" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη