Μετάφραση του "advertisement" σε Ελληνικά

Οι διαφήμιση, αγγελία, δημοσίευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "advertisement" σε Ελληνικά.

advertisement noun γραμματική

(marketing) A commercial solicitation designed to sell some commodity, service or similar. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφήμιση

    noun feminine

    commercial solicitation [..]

    First, advertising on Ryanair's website is an investment in brand recognition.

    Πρώτον, η διαφήμιση στον δικτυακό τόπο της Ryanair αποτελεί επένδυση στην αναγνώριση του εμπορικού σήματος.

  • αγγελία

    noun feminine

    public notice

    Yes, I'm inquiring about the advertisement in today's paper.

    Ναί, αναζητώ πληροφορίες για την αγγελία στην σημερινή εφημερίδα.

  • δημοσίευση

    noun feminine

    The institutions may forgo advertising where the cost of advertising exceeds the expected return from the operation.

    Οσάκις το κόστος δημοσίευσης υπερβαίνει το αναμενόμενο από την πράξη οικονομικό όφελος, μπορεί να μην γίνει δημοσίευση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταχώρηση
    • ανακοίνωση
    • ρεκλάμα
    • κοινοποίηση
    • αγγελτήριο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " advertisement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "advertisement"

Φράσεις παρόμοιες με "advertisement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "advertisement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη