Μετάφραση του "advertizing" σε Ελληνικά
Το διαφήμιση είναι η μετάφραση του "advertizing" σε Ελληνικά.
advertizing
verb
noun
Present participle of advertize. [..]
-
διαφήμιση
noun feminineTo the naked eye, it is an advert for a used car.
Στο γυμνό μάτι είναι διαφήμιση για μεταχειρισμένο αμάξι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " advertizing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "advertizing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσεκτικός
-
αγγέλλω δημόσια · δημοσιοποιώ · διαφημίζω
-
αγγελία · αναφέρομαι · διαφήμιση · διαφημιστικό · μνημονεύω · παρακολουθώ · προσέχω · υπαινίσσομαι
-
διαφημιστική προώθηση
-
επαγρύπνηση
-
επαγρύπνηση · προσοχή
-
ανακοινώσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη