Μετάφραση του "aesthetic" σε Ελληνικά

Οι αισθητικός, καλαίσθητος, αισθητική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aesthetic" σε Ελληνικά.

aesthetic adjective noun γραμματική

Concerned with beauty, artistic impact, or appearance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αισθητικός

    adjective masculine

    concerned with beauty [..]

    An aesthetic voyager whose home is the road.

    Ένας αισθητικός ταξιδιώτης που σπίτι του είναι ο δρόμος.

  • καλαίσθητος

    adjective masculine

    Concerned with beauty

    This is the modus operandi of an aesthete.

    Έτσι λειτουργεί ένας καλαίσθητος.

  • αισθητική

    noun feminine

    The study of art or beauty

    You know, I've actually started to take a real liking to my new design aesthetic.

    Ξέρεις, έχει αρχίσει να μου αρέσει η αισθητική των νέων σχεδίων μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aesthetic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aesthetic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aesthetic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη