Μετάφραση του "affiance" σε Ελληνικά
Οι εμπιστοσύνη, πίστη, αρραβώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affiance" σε Ελληνικά.
affiance
verb
noun
γραμματική
(transitive) To be betrothed to; to promise to marry. [..]
-
εμπιστοσύνη
noun feminine -
πίστη
noun feminine -
αρραβώνας
nounAffianced, like getting married?
Αρραβώνας; Κάτι σαν γάμος;
-
αρραβωνιάζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affiance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη