Μετάφραση του "affirmative" σε Ελληνικά
Οι καταφατικός, καταφατικά, βεβαιωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affirmative" σε Ελληνικά.
affirmative
adjective
noun
γραμματική
pertaining to truth; asserting that something is [..]
-
καταφατικός
adjective masculineThus the question of the power of control is already answered adequately and affirmatively.
Με τον τρόπο αυτό δίδεται επαρκής καταφατική απάντηση στο ερώτημα σχετικά με την εξουσία ελέγχου.
-
καταφατικά
Thus the question of the power of control is already answered adequately and affirmatively.
Με τον τρόπο αυτό δίδεται επαρκής καταφατική απάντηση στο ερώτημα σχετικά με την εξουσία ελέγχου.
-
βεβαιωτικός
adjective -
κατηγορηματικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affirmative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "affirmative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναγνωρίζω πανηγυρικά · διατρανώνω
-
Βεβαιω, επιβεβαιωνω, στηριζω ... To agree, verify or concur; to answer positively · αναγνωρίζω · αποδέχομαι · βεβαιώ · βεβαιώνω · διαδηλώνω · διακηρύσσω · διατρανώνω · εδραιώνω · επιβεβαιώνω · επικυρώνω · ομολογώ · προσυπογράφω · στηρίζω
-
καταφατικά
-
αποδοχή · βεβαίωση · διαβεβαίωση · επιβεβαίωση · επικύρωση · λόγος · υπόσχεση
-
θετικά μέτρα · θετικές δράσεις · πολιτική θετικών διακρίσεων
-
επιβεβαιώνω
-
διαβεβαίωση · επιβεβαίωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη