Μετάφραση του "affranchisement" σε Ελληνικά
Το αποδέσμευση είναι η μετάφραση του "affranchisement" σε Ελληνικά.
affranchisement
noun
The act of freeing; enfranchisement.
-
αποδέσμευση
(από όρκο, υποχρέωση, κ.λπ)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affranchisement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "affranchisement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απελευθερώνω · αποδεσμεύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη