Μετάφραση του "afoot" σε Ελληνικά

Οι με τα πόδια, άμεσα, πεζή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afoot" σε Ελληνικά.

afoot adjective adverb γραμματική

On foot. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • με τα πόδια

    adverb

    Blowhards and pot hounds allowed to ride while good men are left afoot.

    Καυχησιάρηδες και κυνηγόσκυλα στα άλογα και άνδρες με τα πόδια.

  • άμεσα

    adverb

    Well, we do have to push back against efforts afoot all across the country right now to make voting harder.

    Θα πρέπει άμεσα να αντιπαρατεθούμε σε κάθε προσπάθεια, σε όλη την επικράτεια, που δυσκολεύει τη διαδικασία.

  • πεζή

    adjective

    So far afoot, I shall be weary, love.

    Τόσο μακριά πεζή θα κουραστώ,

  • πεζός

    adjective masculine

    We'll walk afoot awhile and ease our legs.

    Θα συνεχίσουμε πεζοί, να ξεπιαστούν τα πόδια μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afoot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afoot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη