Μετάφραση του "age-mate" σε Ελληνικά
Οι συνηλικιώτης, συνομήλικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "age-mate" σε Ελληνικά.
age-mate
noun
γραμματική
One who is the same age as another.
-
συνηλικιώτης
masculineperson of the same age
-
συνομήλικος
masculineperson of the same age
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " age-mate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη