Μετάφραση του "aggravating" σε Ελληνικά
Οι επιδεινούμενος, επιδεινώνοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggravating" σε Ελληνικά.
aggravating
adjective
verb
Present participle of aggravate. [..]
-
επιδεινούμενος
-
επιδεινώνοντας
Tighter financing conditions are likely to drive house prices down more rapidly, aggravating the impact of the global slowdown on the economy.
Είναι πιθανό ότι οι αυστηρότεροι όροι χρηματοδότησης θα επισπεύσουν την πτώση των τιμών των κατοικιών, επιδεινώνοντας τον αντίκτυπο της παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aggravating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aggravating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακεκριμένη απάτη
-
δυναμιτίζω · εκνευρίζω · επιβαρύνω · επιδεινώνω · ερεθίζω · πληγώνω · χειροτερευω-επιδεινωνω · χειροτερεύω
-
επιβαρυντική περίσταση
-
κακοποίηση
-
ενόχληση · εξερέθιση · επιδείνωση · ερεθισμός · θυμός · νευρίασμα
-
εξοργίζω
-
επιδεινώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη